Τεχνολογία και γραμματισμός

65 Views |  Like

 

 

Κατά τον Freire η ανάγνωση του κόσµου γύρω µας πάντα προηγείται της ανάγνωσης ενός κειµένου. Ο όρος “ανάγνωση” χρησιµοποιείται από τον Freire αναφέρεται με πρωτότυπο τρόπο στην πρόσληψη του κόσμου από το άτομο, και περιλαμβάνει την «ερµηνεία» από πλευράς του αναγνώστη, εστιάζοντας στον κριτικό χαρακτήρα της ανάγνωσης, τον ενεργητικό ρόλο του αναγνώστη αλλά και την προηγούµενη γνώση του κόσµου που φέρνει µαζί του ο αναγνώστης κατά την «ανάγνωση» ενός κειµένου.

Αντιστοίχως, η παραγωγή ενός κειµένου προϋποθέτει την εκµάθηση διαφόρων τεχνολογιών, μέσων και υλικών (χαρτί, µολύβι ή επεξεργαστή κειµένων κτλ), όµως σε καµία περίπτωση δεν αποτελεί µια ουδέτερη διαδικασία µέσω της οποίας απλώς µεταβιβάζονται πληροφορίες. Αντιθέτως, όπως και η ανάγνωση, η συγγραφή ενός κειµένου είναι αποτέλεσµα µιας περίπλοκης κοινωνικής διαδικασίας, καθώς συνδέεται µε διάφορες κοινωνικές πρακτικές, µε τη γενικότερη κοινωνική δυναµική, τις διάφορες µορφές και δοµές εξουσίας, την κοινωνική τάξη, το φύλο, την ταυτότητα κ.ά.

Μια τέτοια θεώρηση του γραµµατισµού απέχει πολύ από την παραδοσιακή άποψη που τον θεωρεί απλώς ως γνωσιακή ικανότητα για ανάγνωση και γραφή. Επίσης, σε αντίθεση µε την παραδοσιακή άποψη, υποστηρίζει την ύπαρξη ποικίλων µορφών γραµµατισµού που σχετίζονται µε διαφορετικά πολιτισµικά περιβάλλοντα και τη διαµόρφωση κοινωνικών ταυτοτήτων. Για παράδειγµα, ο ακαδηµαϊκός γραµµατισµός αναφέρεται στις επικοινωνιακές δεξιότητες που απαιτείται να αναπτύξουν οι νέοι φοιτητές και φοιτήτριες ώστε να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις του πανεπιστηµιακού χώρου και να ολοκληρώσουν µε επιτυχία τις σπουδές τους. Ένα άλλο παράδειγµα µορφής γραµµατισµού σχετίζεται µε τα νέα κειµενικά είδη που διαµορφώνονται µε τη χρήση των νέων τεχνολογιών. Τα γραπτά µηνύµατα µέσω του ηλεκτρονικού ταχυδροµείου, για παράδειγµα, αναθεωρούν τη διαφοροποίηση του «ολοκληρωµένου» γραπτού λόγου από τον «αποσπασµατικό» προφορικό λόγο, καθώς τα κείµενα αυτά αντλούν στοιχεία και από τον προφορικό λόγο

O Paulo Freire (1921 – 1997), ο βραζιλιάνος παιδαγωγός, ανέπτυξε τη θεωρία του με βάση την καταπίεση των μαζών στη Βραζιλία από μια ελίτ η οποία αντανακλούσε τις ιδέες μιας κουλτούρας που δεν ήταν βραζιλιάνικη (Jarvis, 2004). Η υποδούλωση των κοινωνικών δομών από το κυρίαρχο κοινωνικοπολιτισμικό στρώμα αποτέλεσε την αφετηρία για την ανάπτυξη της προσέγγισής του. Ο Freire, σε όλα τα έργα του, τονίζει τον πρωταρχικό πόλο της ανθρώπινης εµπειρίας (των δοµών της κοινωνίας), καθώς και τους «καταναγκασµούς» που αυτές επιβάλλουν στα άτοµα. Όµως, ταυτόχρονα, αναγνωρίζει και τον παρεµβατικό ρόλο της εκπαίδευσης (Torres, 1995, στο Λάµνιας Κ., 2001, σ. 261), αναδεικνύοντας έτσι τη δυνατότητα αλλαγής της όποιας διαµορφωµένης κατάστασης, µέσα από τη «συνειδητοποίηση» και τη δράση του ατόµου. Στο πλαίσιο της χειραφετικής του ιδεολογίας, η μόρφωση θεωρείται απελευθέρωση, μια κατάσταση που προβληματίζει και εξασκεί την ελευθερία. Η μέθοδος αλφαβητισμού που προτείνει δεν περιορίζεται στην εκμάθηση της γλώσσας ως απαραίτητο όργανο επικοινωνίας, αλλά και ως μέσο διαμόρφωσης κριτικής κοινωνικής και πολιτικής συνειδητοποίησης, κριτικού γραμματισμού. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η διερεύνηση της διαπολιτισμικής διάστασης της φρεϊριανής θεωρίας, αναδεικνύοντας τα κυριότερα θεωρητικά ερείσματά της.

H φρεϊριανή εκπαιδευτική θεωρία αντιδιαστέλει τη χειραγωγική προς την επικοινωνιακή μάθηση. Στην πρώτη παρατηρείται η τραπεζική αντίληψη της εκπαίδευσης (banking education), στην οποία ο μαθητής αποτελεί τον παθητικό αποδέκτη όλων των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων που ξεκινούν από τον δάσκαλο και έχουν ως στόχο τον μαθητή. Στην τραπεζική αντίληψη της παιδείας ο δάσκαλος κάνει καταθέσεις στο ταμιευτήριο, που είναι οι μαθητές, η διδασκαλία είναι η μεταφορά πληροφοριών από τον δάσκαλο στους μαθητές. Η τραπεζική εκπαίδευση επιχειρεί, μυθοποιώντας την πραγματικότητα, να αποκρύψει ορισμένα γεγονότα που εξηγούν τον τρόπο ύπαρξης των ανθρώπων μέσα στον κόσμο και μεταχειρίζεται τους μαθητές σαν αντικείμενα που θέλουν βοήθεια (Γέρου,1985). Για τον Freire, στόχος του σχολείου δεν είναι να διδάξει τους μαθητές και να τους γεμίσει γνώσεις, αλλά να συμβάλει στο να ανακαλύψουν οι τελευταίοι και να κατακτήσουν την γνώση. Δεν είναι τυχαίο ότι πίστευε πως το σχολείο δεν είναι η πραγματική γνώση. Το αντίδοτο σε αυτήν την αντίληψη είναι η επικοινωνιακή μάθηση, μια διαλεκτική συνειδητοποίηση, η οποία προβληματίζει τον μαθητή και τον οδηγεί σε μια κριτική συνειδητοποίηση της κατάστασής του. Μέσα από την προβληματίζουσα παιδεία (problem-posed education) αναπτύσσεται μια κριτική συνείδηση για την πραγματικότητα, η οποία κατά την εξέλιξη της απελευθερωτικής παιδαγωγικής πράξης συμβάλλει στην διαμόρφωση της εξέλιξης των ενεργειών για την βελτίωση της πραγματικότητας. Ο Freire εισάγοντας την έννοια της κριτικής συνειδητοποίησης (concientisation), θα τονίσει ότι αυτή υποδηλώνει πως το άτομο ανακαλύπτοντας την καταπίεσή του, γνωρίζει πως θα απελευθερωθεί μόνο αν προσπαθήσει να μετασχηματίσει την καταπιεστική δομή που βρίσκεται. Η συνείδηση κατανοείται ως μια έννοια που έχει τη δύναμη να μετασχηματίσει την πραγματικότητα (Taylor, 1993). Η κριτική συνειδητοποίηση ως μια αδιάλειπτη προσέγγιση της πραγματικότητας, στοχεύει στην αν
ακάλυψη των «μύθων» που μας παραπλανούν και συμβάλλουν στην διατήρηση των καταπιεστικών δομών. Η συνειδητοποίηση είναι κάτι παραπάνω από μια απλή «prise de conscience».

Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι η κριτική συνειδητοποίηση αποτελεί: [..] τη διαδικασία εκείνη με την οποία οι άνθρωποι ως γνώστες, και όχι απλοί δέκτες, επιτυγχάνουν ταυτόχρονα μια σε βάθος συνειδητοποίηση της ιστορικοκοινωνικής πραγματικότητας που διαμορφώνει τις ζωές τους και της δυνατότητάς τους να μεταβάλουν αυτή την πραγματικότητα (Freire 1970: 27). Ενώ προϋποθέτει το ξεπέρασμα της «ψευδούς συνειδητοποίησης», συνεπάγεται επιπλέον την κριτική εισαγωγή του συνειδητοποιημένου ανθρώπου σε μια απομυθοποιημένη πραγματικότητα που καταγγέλλει τις απανθρωπιστικές δομές. Θεωρεί ότι η κριτική συνειδητοποίηση περιλαμβάνει την αφύπνιση των ανθρώπων ως προς τις κρυφές σημασίες και τις σιωπηλές υποθέσεις και είναι προϋπόθεση για την ανάληψη δράσης με σκοπό τον μετασχηματισμό του κόσμου. Η έννοια αυτή συνεπάγεται το μετασχηματισμό της αντίληψής μας για την πραγματικότητα που μας περιβάλλει, την ανάπτυξη ενδιαφέροντος για αλλαγή, τη ρεαλιστική εκτίμηση των εφοδίων και των εμποδίων για μια τέτοιου είδους διεργασία, καθώς και την εκτίμηση των συγκρούσεων που αυτή αναπόφευκτα θα προκαλέσει. Τότε μόνο η μάθηση είναι μάθηση, όταν οδηγεί σε δράση με στόχο την αλλαγή (Freire, 1973, 1977). Στην φρεϊριανή εκπαιδευτική θεωρία, η εκπαίδευση, ως πολιτική πρακτική, χαρακτηρίζεται από ελευθερία σκέψης και συμπεριφοράς (libertarian). Ως εκ τούτου, η εκπαιδευτική διαδικασία ως απελευθερωτική αγωγή, δεν μπορεί να είναι ουδέτερη. Ο κυριότερος λόγος είναι ότι πρόκειται για κοινωνικό θεσµό, ο οποίος ελέγχεται από τις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες, που σχεδόν αυτόµατα διασφαλίζουν την άσκηση κοινωνικών πιέσεων στους εκπαιδευόμενους στην κατεύθυνση της συμμόρφωσης µε τις κοινωνικές επιταγές τόσο σε γνωστικό όσο και σε συμπεριφοριστικό επίπεδο (Jarvis, 2004). Η ουδετερότητα δεν μπορεί να υπάρξει στην ανθρώπινη πρακτική, κι επομένως η αγωγή αποβλέπει είτε στην τιθάσευση είτε στην απελευθέρωση (Freire, 1973). Καθήκον της παιδαγωγικής είναι να φανερώσει τις ίδιες τις πολιτικές της επιλογές, να ορίσει τον εαυτό της σε σχέση με την κυρίαρχη ιδεολογία της δεδομένης κοινωνίας.

Η ατομική απελευθέρωση μέσω της αγωγής συνδέεται στενά με τα στάδια της κοινωνικής απελευθέρωσης. Ο Freire γνωρίζει ότι οι κάτοχοι της εξουσίας καθορίζουν τους στόχους της αγωγής, τις μεθόδους, τα προγράμματα και τη διδασκόμενη ύλη. Γνωρίζει ακόμα ότι ο χαρακτήρας της συνείδησης και της ιδεολογίας καθορίζεται από τον κοινωνικό κόσμο και το περιβάλλον. Εξανθρωπισμός του κόσμου σημαίνει ο άνθρωπος να έχει συνείδηση των ιστορικών και κοινωνικών δυνάμεων, που τον επηρεάζουν και τον καθορίζουν και να σταθεί πιο κριτικά απέναντι στα γεγονότα και στα προβλήματα, όχι μόνο στο διανοητικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο δράσης (Freire, 2006). Ένα άλλο χαρακτηριστικό της παιδαγωγικής συνειδητοποίησης είναι η επανεκπαίδευση και η κωδικοποίηση. Η εκπαίδευση πρέπει να υπερβεί την διάσταση θεωρίας και πράξης, οδηγώντας τους μαθητές στον στοχασμό των αντιθέσεων της πραγματικότητάς τους, τη δράση και έρευνα προκειμένου να φθάσουν στην κατάκτηση της γνώσης, την συνειδητοποίηση της θέσης τους στην κοινωνία και τη δημιουργική συναλλαγή με την πραγματικότητα. Επίσης, η εκπαίδευση μπορεί να ανατρέψει το κοινωνικό σύστημα και να αλλάξει τα κοινωνικά δεδομένα. Με τις θέσεις του και τη διδακτική πρακτική του ο Freire δημιούργησε μια γλώσσα δυνατοτήτων για το πέρασμα μέσω της παιδείας σε μια διαφορετική κοινωνική κατάσταση (Giroux, 1988). Οι κοινωνικές ομάδες αφού επεξεργαστούν πίνακες βιωμένων καταστάσεων, πραγματοποιούν μια αποκωδικοποίηση η οποία οδηγεί στην κατανόηση διαφορετικών πλευρών της κουλτούρας.

Οι συμμετέχοντες δίνουν:

(Hasan & Williams 1996· Gee 1996· Street 1995).

(Freire & Macedo 1987),

(Graddol & Goodman 1996).

πηγή κεντρικής φωτό