της Βασιλικής Μητσικοπούλου

Η ανάγνωση, κατανόηση ή συγγραφή ενός κειµένου είναι αποτέλεσµα κοινωνικών και ιστορικών πρακτικών, που σχετίζονται µε την πρόσβαση του ατόµου σε συγκεκριµένα κοινωνικά περιβάλλοντα στα οποία µπορεί να συναντήσει συγκεκριµένου τύπου κείµενα. Στο πλαίσιο των κοινωνικών θεσµών, βάσει των οποίων λειτουργούν και επικοινωνούν οι άνθρωποι µεταξύ τους ανταποκρινόµενοι στα προσωπικά, κοινωνικά και επαγγελµατικά τους ενδιαφέροντα και απαιτήσεις, τα µέλη µιας κοινωνίας «εκπαιδεύονται» σε κοινωνικές πρακτικές και έρχονται σε επαφή µε διαφορετικά είδη κειµένων. Η γνώση αυτή ενεργοποιείται κατά την ανάγνωση ενός κειµένου και οδηγεί στην καλύτερη κατανόησή του. Μέσω του σχολείου, οι νέοι άνθρωποι έρχονται σε µια πρώτη επαφή µε τους κοινωνικούς θεσµούς και τις µορφές γραµµατισµού τους. Στη συνέχεια, η πρόσβασή τους σε συγκεκριµένα κοινωνικά περιβάλλοντα και οι εµπειρίες τους σε αυτά διαµορφώνουν την κοινωνική τους ταυτότητα που τους επιτρέπει την κατανόηση διαφόρων ειδών λόγου και κειµένων. Κατά τον Freire (Freire & Macedo 1987), η ανάγνωση του κόσµου γύρω µας πάντα προηγείται της ανάγνωσης ενός κειµένου

Ο όρος ανάγνωση χρησιµοποιείται από τον Freire µε ένα σηµαντικό και πρωτότυπο τρόπο για να περιλάβει την «ερµηνεία» από πλευράς του αναγνώστη. Τονίζεται δηλαδή ο κριτικός χαρακτήρας της ανάγνωσης, ο ενεργητικός ρόλος του αναγνώστη αλλά και η προηγούµενη γνώση του κόσµου που φέρνει µαζί του ο αναγνώστης κατά την «ανάγνωση» ενός κειµένου. Από την άλλη πλευρά, η συγγραφή ενός κειµένου προϋποθέτει την εκµάθηση ενός είδους «τεχνολογίας» µε τη χρήση κάποιων υλικών (όπως χαρτί, µολύβι ή επεξεργαστή κειµένων), όµως σε καµία περίπτωση δεν αποτελεί µια ουδέτερη διαδικασία µέσω της οποίας απλώς µεταβιβάζονται πληροφορίες. Αντιθέτως, όπως και η ανάγνωση, η συγγραφή ενός κειµένου είναι αποτέλεσµα µιας περίπλοκης κοινωνικής διαδικασίας, καθώς συνδέεται µε διάφορες κοινωνικές πρακτικές, µε τη γενικότερη κοινωνική δυναµική, τις διάφορες µορφές και δοµές εξουσίας, την κοινωνική τάξη, το φύλο, την ταυτότητα κ.ά. (Hasan & Williams 1996· Gee 1996· Street 1995). Μια τέτοια θεώρηση του γραµµατισµού απέχει πολύ από την παραδοσιακή άποψη που τον θεωρεί απλώς ως γνωσιακή ικανότητα για ανάγνωση και γραφή. Επίσης, σε αντίθεση µε την παραδοσιακή άποψη, υποστηρίζει την ύπαρξη ποικίλων µορφών γραµµατισµού που σχετίζονται µε διαφορετικά πολιτισµικά περιβάλλοντα και τη διαµόρφωση κοινωνικών ταυτοτήτων.

Για παράδειγµα, ο ακαδηµαϊκός γραµµατισµός αναφέρεται στις επικοινωνιακές δεξιότητες που απαιτείται να αναπτύξουν οι νέοι φοιτητές και φοιτήτριες ώστε να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις του πανεπιστηµιακού χώρου και να ολοκληρώσουν µε επιτυχία τις σπουδές τους. Συγκεκριµένα έχει αποδειχθεί ότι η εξοικείωση των φοιτητών µε τον ακαδηµαϊκό λόγο είναι στενά συνδεδεµένη µε την επιτυχία τους στον ακαδηµαϊκό χώρο (Chafe 1985· Tannen 1985· Ivanič 1998). Ένα πρόγραµµα εκπαίδευσης των νέων φοιτητών στον ακαδηµαϊκό λόγο, για παράδειγµα, µπορεί να απαρτίζεται από ανάλυση διαφόρων κειµενικών ειδών που συναντά κανείς σε ακαδηµαϊκά γραπτά ή προφορικά κείµενα και από διδασκαλία γλωσσικών επιλογών όπως η συστηµατική χρήση µετοχών, δευτερευουσών προτάσεων και παθητικής φωνής, που χαρακτηρίζουν τον γραπτό ακαδηµαϊκό λόγο (Halliday & Martin 1993). Ένα άλλο παράδειγµα µορφής γραµµατισµού σχετίζεται µε τα νέα κειµενικά είδη που διαµορφώνονται µε τη χρήση των νέων τεχνολογιών. Τα γραπτά µηνύµατα µέσω του ηλεκτρονικού ταχυδροµείου, για παράδειγµα, αναθεωρούν τη διαφοροποίηση του «ολοκληρωµένου» γραπτού λόγου από τον «αποσπασµατικό» προφορικό λόγο [6], καθώς τα κείµενα αυτά αντλούν στοιχεία και από τον προφορικό λόγο (Graddol & Goodman 1996).

Οι µελέτες στον χώρο του γραµµατισµού συχνά διαφοροποιούνται στη βάση δύο διαφορετικών κατευθύνσεων µέσα από τις οποίες προσεγγίζεται αυτός. Η πρώτη είναι γνωστή ως λειτουργικός γραµµατισµός και αναφέρεται στις δεξιότητες εκείνες που χρειάζεται να αναπτύξουν τα άτοµα για να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις της σηµερινής αγοράς εργασίας. Εδώ, ο γραµµατισµός είναι µετρήσιµος και ποσοτικός. Σκοπός της εκπαίδευσης είναι η επίτευξη των κοινωνικών στόχων και η παροχή πρόσβασης σε συγκεκριµένα είδη γραµµατισµού (βλ. και 5.3). Η δεύτερη κατεύθυνση, αυτή του κριτικού γραµµατισµού στοχεύει στην ευαισθητοποίηση των πολιτών στις λειτουργίες των κυρίαρχων µορφών γραµµατισµού, καθώς και στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης απέναντί τους. Επισηµαίνεται η ιδεολογική [7] πλευρά των πρακτικών γραµµατισµού και υποστηρίζεται ότι, όπως όλες οι χρήσεις της γλώσσας, έτσι και οι µορφές του γραµµατισµού διαµορφώνουν αλλά και διαµορφώνονται µέσα από ιδεολογικές θέσεις συνδεδεµένες µε µορφές κοινωνικής εξουσίας (βλ. και 5.3). Όπως και στην περίπτωση του λειτουργικού γραµµατισµού, δίνεται και εδώ έµφαση στην επίτευξη κοινωνικών στόχων, οι οποίοι όµως δεν αντιµετωπίζονται ως δεδοµένοι αλλά υπόκεινται σε κριτική ανάλυση ως µέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

πηγή κειμένου

πηγή φωτό